βαγός

βαγός· βασιλεύς, καὶ στρατηγός (i.e. [dialect] Lacon.,
A = ἀγός), Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βάγος — (bagus). Γένος κολεοπτέρων εντόμων της οικογένειας των κουρκουλιονιδών. Ζουν σε πολλές χώρες του βόρειου γεωγραφικού πλάτους. Το σώμα τους είναι μικρό (3 5 χιλιοστά) και καμπύλο στη ράχη. Τα έλυτρα είναι συνενωμένα, ενώ τα πίσω φτερά είναι… …   Dictionary of Greek

  • μουκηροβαγός — και μουκηρόβατος και μουκηρόβας (Α) (κατά τον Ησύχ.) «καρυοκατάκτης», καρυοθραύστης. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μουκηροβαγός < μούκηρος «μαλακό καρύδι» + βαγος(< (F)ἄγος «κλάσμα, θραύσμα» < ἄγνυμι). Το β τού βαγος πιστοποιεί την ύπαρξη F (δίγαμμα)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.